κατσικάκι
•
- συνεκδοχικάτο κρέας από μικρό κατσίκι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο πιάτο που περιέχει τέτοιο κρέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσικάκι < κατσίκ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσικάκι | κατσικάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κατσικάκι | κατσικάκια |
| Κλητική | κατσικάκι | κατσικάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →