Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσικάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνεκδοχικάτο κρέας από μικρό κατσίκι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο πιάτο που περιέχει τέτοιο κρέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατσικάκι < κατσίκ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσικάκικατσικάκια
Γενική——
Αιτιατικήκατσικάκικατσικάκια
Κλητικήκατσικάκικατσικάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →