κατσικίσιος
•
- που αναφέρεται ή ανήκει στο κατσίκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσικίσιος < κατσίκι + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσικίσιος | κατσικίσια | κατσικίσιο |
| Γενική | κατσικίσιου | κατσικίσιας | κατσικίσιου |
| Αιτιατική | κατσικίσιο | κατσικίσια | κατσικίσιο |
| Κλητική | κατσικίσιε | κατσικίσια | κατσικίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσικίσιοι | κατσικίσιες | κατσικίσια |
| Γενική | κατσικίσιων | κατσικίσιων | κατσικίσιων |
| Αιτιατική | κατσικίσιους | κατσικίσιες | κατσικίσια |
| Κλητική | κατσικίσιοι | κατσικίσιες | κατσικίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →