κατσικοχώρι
•
- μειωτικόχωριό ή οικισμός που βρίσκεται σε περιοχή δύσβατη, δυσπρόσιτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσικοχώρι < κατσίκ(α) + -ο- + -χώρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσικοχώρι | κατσικοχώρια |
| Γενική | κατσικοχωριού | κατσικοχωριών |
| Αιτιατική | κατσικοχώρι | κατσικοχώρια |
| Κλητική | κατσικοχώρι | κατσικοχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →