κατσιποδιά
•
- λαϊκότροποη κακοτυχία, η γρουσουζιά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποδύστροπη συμπεριφορά, γκρίνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσιποδιά < ίσως *κατσικοποδιά < κατσίκ(α) + -ο- > κατσι(κο)- με απλολογία + πόδ(ι) + -ιά. Κατ' άλλη εκδοχή, < μεσαιωνική ελληνική κατσιποδιά < κατσηποδιά < κακηποδιά με κακη- > κατση- με τσιτακισμό < κακο- + πόδ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσιποδιά | κατσιποδιές |
| Γενική | κατσιποδιάς | κατσιποδιών |
| Αιτιατική | κατσιποδιά | κατσιποδιές |
| Κλητική | κατσιποδιά | κατσιποδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →