Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσουλιέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πτηνόείδος κορυδαλλού (κορυδαλλός ο λοφιοφόρος. Galerida cristata) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατσουλιέρης < κατσούλα + -ιέρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσουλιέρηςκατσουλιέρηδες
Γενικήκατσουλιέρηκατσουλιέρηδων
Αιτιατικήκατσουλιέρηκατσουλιέρηδες
Κλητικήκατσουλιέρηκατσουλιέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →