κατσουρμάς
•
- απάτη Βικιλεξικό
- λαθρεμπόριο Βικιλεξικό
- σκασιαρχείο, κοπάνα Βικιλεξικό
- Περιστατικά (όχι απαραίτητα κακά) στην τάξη ή στο διάλειμμα. Οι αταξίες μας, οι κατσουρμάδες (σκασιαρχεία) που πήγαν καλά ή στραβά και άλλα (ΚΑΔΜΟΣ - Σύλλογος Αμπετείου Σχολής, ambetios.gr, 2017, σελ. 25 https://ambetios.gr/sites/default/files/docs/%CE%9A%CE%91%CE%94%CE%9C%CE%9F%CE%A3%20%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%A6%201966%202017%20L.pdf)
Ετυμολογία
κατσουρμάς < τουρκική kaçırmak
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσουρμάς | κατσουρμάδες |
| Γενική | κατσουρμά | κατσουρμάδων |
| Αιτιατική | κατσουρμά | κατσουρμάδες |
| Κλητική | κατσουρμά | κατσουρμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →