Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσούλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κρητικάγατάκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατσούλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατσούλι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσούλικατσούλια
Γενική——
Αιτιατικήκατσούλικατσούλια
Κλητικήκατσούλικατσούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →