κατωιταλικά
•
- γλωσσολογίανεοελληνική διάλεκτος στη Νότια Ιταλία με δύο ιδιώματα: Βικιλεξικό
- γλωσσολογίανεοελληνική διάλεκτος στη Νότια Ιταλία με δύο ιδιώματα: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατωιταλικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κατωϊταλικός < Κάτω Ιταλία. Στη βιβλιογραφία: γερμανικά: unteritalienischen Gräzität (⌘ Rohlfs) ιταλικά: (Χρειάζεται επεξεργασία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατωιταλικά | κατωιταλικά |
| Γενική | — | κατωιταλικών |
| Αιτιατική | — | κατωιταλικά |
| Κλητική | — | κατωιταλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →