κατόπι
•
- πίσω από, καταπόδας, καταπόδι Βικιλεξικό
- Τὸ Μαράκι στὴ γωνιὰ θὰ συναντήση,
- τὸν καλό της, ἡ Κικὴ θὰ τὸν προσμένη
- νὰ φανῆ, τὴν Πόπη κάποιος θὰ τολμήση
- τὸ κατόπι της νὰ πάρη, ἐνῶ διαβαίνει.
- εκφράσεις: παίρνω στο κατόπι, τοκατόπι
Ετυμολογία
κατόπι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατόπι < αρχαία ελληνική κατόπιν. Συγκρίνετε με το κατόπιν.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →