κατώγι
•
- άλλη γραφή του κατώι Βικιλεξικό
- Πολλά αδιάκριτα μάτια τον είδαν να μπαίνη τη νύχτα 'ςτο κατώγι, 'ςτο παραμάγαζο... (Παναθήναια, δεκαπενθήμερον εικονογραφημένον περιοδικόν, 1907, σελ. 131)
Ετυμολογία
κατώγι < μεσαιωνική ελληνική κατώγι < κατώγαιον < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατώγι | κατώγια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κατώγι | κατώγια |
| Κλητική | κατώγι | κατώγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →