Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατώτερος

ουσιαστικό
•
  1. υφιστάμενος (υπάλληλος, ή άλλη ιδιότητα επαγγέλματος) Βικιλεξικό
    • μιλάει στους κατωτέρους του με μεγάλη αγένεια

Ετυμολογία

κατώτερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατώτερος < κάτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατώτεροςκατώτεροι
Γενικήκατωτέρουκατωτέρων
Αιτιατικήκατώτεροκατωτέρους
Κλητικήκατώτερεκατώτεροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατώτερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάσυγκριτικός βαθμός του κάτω (επίρρημα) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυγκριτικός βαθμός του κάτω (επίρρημα) Βικιλεξικό
    • μιλάει στους κατώτερους υπαλλήλους της εταιρείας με μεγάλη αγένεια
    • Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
    • κατώτερος (ουσιαστικοποιημένο)
  3. μεταφορικάσυγκριτικός βαθμός του κάτω (επίρρημα) Βικιλεξικό
    • έχει κατώτερα αισθήματα, είναι ζηλιάρα και κουτσομπόλα
  4. μεταφορικάσυγκριτικός βαθμός του κάτω (επίρρημα) Βικιλεξικό
    • κατώτερη εκπαίδευση, κατώτεροι οργανισμοί

Ετυμολογία

κατώτερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατώτερος < κάτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατώτεροςκατώτερηκατώτερο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →