κατ' αναλογία
•
- αναλογικά, ανάλογα, σε ανάλογα ποσοστά, μέρη Βικιλεξικό
- δηλώνει ομοιότητα, μίμηση, κατά παρόμοιο τρόπο, ακολουθώντας κάτι ανάλογο, ταιριάζοντας με Βικιλεξικό
- Η φράση ντυμένος στην πένα μάλλον σχηματίστηκε κατ' αναλογία προς τη φράση ντυμένος στην τρίχα
Ετυμολογία
κατ' αναλογία < (καθαρεύουσα) κατ' ἀναλογίαν → δείτε τις λέξεις κατά και αναλογία
Άλλοι τύποι
κατ' αναλογίαν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →