Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατ' αποκοπή

/kat‿apokoˈpi/φράση
•
  1. οικονομίαπληρωμή (το ύψος της οποίας καθορίζεται εκ των προτέρων) για το σύνολο επιμέρους εργασιών, παροχής υπηρεσιών ή πώλησης αγαθών Βικιλεξικό
    • Η Κομισιόν ζητά από το Δικαστήριο να επιβάλει πρόστιμα με ένα κατ' αποκοπή ποσό ύψους 11.514.081 ευρώ και ημερήσια χρηματική ποινή 47. 462 ευρώ, έως ότου τηρηθούν οι υποχρεώσεις. (@enet.gr)
    • Η αμοιβή σε ευρώ (κατ' αποκοπή) ανά ανθρωποημέρα ορίζεται στα : 132 €/ανθρωποημέρα.
  2. η αποκλειστική απασχόληση σε κάποιον τομέα ή έργο Βικιλεξικό
  3. γραμματικήμε αποκοπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατ' αποκοπή < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀποκοπή (αμοιβή) → δείτε τις λέξεις κατά και αποκοπή :* για τον όρο της γραμματικής: , κατ' αποκοπήν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατ’ ἀποκοπήν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →