κατ' αποκοπή
•
- οικονομίαπληρωμή (το ύψος της οποίας καθορίζεται εκ των προτέρων) για το σύνολο επιμέρους εργασιών, παροχής υπηρεσιών ή πώλησης αγαθών Βικιλεξικό
- Η Κομισιόν ζητά από το Δικαστήριο να επιβάλει πρόστιμα με ένα κατ' αποκοπή ποσό ύψους 11.514.081 ευρώ και ημερήσια χρηματική ποινή 47. 462 ευρώ, έως ότου τηρηθούν οι υποχρεώσεις. (@enet.gr)
- Η αμοιβή σε ευρώ (κατ' αποκοπή) ανά ανθρωποημέρα ορίζεται στα : 132 €/ανθρωποημέρα.
- η αποκλειστική απασχόληση σε κάποιον τομέα ή έργο Βικιλεξικό
- γραμματικήμε αποκοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατ' αποκοπή < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀποκοπή (αμοιβή) → δείτε τις λέξεις κατά και αποκοπή :* για τον όρο της γραμματικής: , κατ' αποκοπήν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατ’ ἀποκοπήν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →