καυκάσιος
•
- που κατάγεται απ' τον Καύκασο Βικιλεξικό
- ο φυλετικά λευκός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυκάσιος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καυκάσια / καυκάσιος / καυκάσιο | καυκάσιες / καυκάσιοι / καυκάσια |
| Γενική | καυκάσιας / καυκάσιου / καυκάσιου | καυκάσιων / καυκάσιων / καυκάσιων |
| Αιτιατική | καυκάσια / καυκάσιο / καυκάσιο | καυκάσιες / καυκάσιους / καυκάσια |
| Κλητική | καυκάσια / καυκάσιε / καυκάσιο | καυκάσιες / καυκάσιοι / καυκάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →