Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καυκάσιος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κατάγεται απ' τον Καύκασο Βικιλεξικό
  2. ο φυλετικά λευκός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καυκάσιος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαυκάσια / καυκάσιος / καυκάσιοκαυκάσιες / καυκάσιοι / καυκάσια
Γενικήκαυκάσιας / καυκάσιου / καυκάσιουκαυκάσιων / καυκάσιων / καυκάσιων
Αιτιατικήκαυκάσια / καυκάσιο / καυκάσιοκαυκάσιες / καυκάσιους / καυκάσια
Κλητικήκαυκάσια / καυκάσιε / καυκάσιοκαυκάσιες / καυκάσιοι / καυκάσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καυκάσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οτιδήποτε προέρχεται απ' τον Καύκασο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καυκάσιος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαυκάσιοςκαυκάσιακαυκάσιο
Γενικήκαυκάσιουκαυκάσιαςκαυκάσιου
Αιτιατικήκαυκάσιοκαυκάσιακαυκάσιο
Κλητικήκαυκάσιεκαυκάσιακαυκάσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαυκάσιοικαυκάσιεςκαυκάσια
Γενικήκαυκάσιωνκαυκάσιωνκαυκάσιων
Αιτιατικήκαυκάσιουςκαυκάσιεςκαυκάσια
Κλητικήκαυκάσιοικαυκάσιεςκαυκάσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →