Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καυκαλήθρα

/kaf.kaˈli.θɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόκοινή ονομασία του φυτού Tορδύλιον το ταπεινόν (Tordylium humile), τορδύλιον το φαρμακευτικόν (Tordylium officinale) Βικιλεξικό
    • πάντοτε βάζω στις χορτόπιτες λίγη καυκαλήθρα για να γίνονται πεντανόστιμες
  2. φυτόκοινή ονομασία του φυτού Ορλαΐα η μεγανθής (Orlaya grandiflora) ? Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καυκαλήθρα < καυκαλ(ίδα) (< αρχαία ελληνική καυκαλίς) + -ήθρα. → δείτε τη λέξη καῦκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαυκαλήθρακαυκαλήθρες
Γενικήκαυκαλήθραςκαυκαληθρών
Αιτιατικήκαυκαλήθρακαυκαλήθρες
Κλητικήκαυκαλήθρακαυκαλήθρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →