καυλίτσα
•
- χυδαίοη προκλητική γυναικεία παρουσία ή γενικότερα οτιδήποτε προκαλεί έντονη καύλα (σεξουαλική) διάθεση. Βικιλεξικό
- Η γραμματέας μου είναι σκέτη καυλίτσα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
Ετυμολογία
καυλίτσα < καύλ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα ή του ουδέτερου καυλί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καυλίτσα | καυλίτσες |
| Γενική | καυλίτσας | — |
| Αιτιατική | καυλίτσα | καυλίτσες |
| Κλητική | καυλίτσα | καυλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →