Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καυλίτσα

/kaˈvli.t͡sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χυδαίοη προκλητική γυναικεία παρουσία ή γενικότερα οτιδήποτε προκαλεί έντονη καύλα (σεξουαλική) διάθεση. Βικιλεξικό
    • Η γραμματέας μου είναι σκέτη καυλίτσα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.

Ετυμολογία

καυλίτσα < καύλ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα ή του ουδέτερου καυλί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαυλίτσακαυλίτσες
Γενικήκαυλίτσας—
Αιτιατικήκαυλίτσακαυλίτσες
Κλητικήκαυλίτσακαυλίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →