Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καυλιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χυδαίοπου έρχεται σε κατάσταση καύλας / οργασμού συχνά ή εύκολα Βικιλεξικό
  2. προσφώνησηείδος φιλικής προσφώνησης ή χαιρετισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καυλιάρης < καυλί + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαυλιάρηςκαυλιάρακαυλιάρικο
Γενικήκαυλιάρηκαυλιάραςκαυλιάρικου
Αιτιατικήκαυλιάρηκαυλιάρακαυλιάρικο
Κλητικήκαυλιάρηκαυλιάρακαυλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαυλιάρηδεςκαυλιάρεςκαυλιάρικα
Γενικήκαυλιάρηδων—καυλιάρικων
Αιτιατικήκαυλιάρηδεςκαυλιάρεςκαυλιάρικα
Κλητικήκαυλιάρηδεςκαυλιάρεςκαυλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →