καυστήρας
•
- μηχανολογίαειδικός μηχανισμός, που συντελεί στη καύση υγρού ή αερίου Βικιλεξικό
- παρελκόμενο τμήμα εγκατάστασης λέβητα π.χ. καλοριφέρ, ο οποίος χρησιμοποιεί κάποιο καύσιμο υλικό για να παράγει θερμότητα και να ζεστάνει το νερό του λέβητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυστήρας < αρχαία ελληνική καυστήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καυστήρας | καυστήρες |
| Γενική | καυστήρα | καυστήρων |
| Αιτιατική | καυστήρα | καυστήρες |
| Κλητική | καυστήρα | καυστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →