καυστικότητα
•
- το να είναι κάποιος καυστικός, η ιδιότητα του καυστικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυστικότητα < (καθαρεύουσα) καυστικότης < καυστικός + -ότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καυστικότητα | καυστικότητες |
| Γενική | καυστικότητας | καυστικοτήτων |
| Αιτιατική | καυστικότητα | καυστικότητες |
| Κλητική | καυστικότητα | καυστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →