καυτός
•
- πάρα πολύ ζεστός Βικιλεξικό
- καυτό νερό, καυτή σούπα
- που έχει καυτερή γεύση Βικιλεξικό
- καυτή πιπεριά
- μεταφορικάγια άνθρωπο ο οποίος είναι σεξουαλικά ελκυστικός Βικιλεξικό
- «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
Ετυμολογία
καυτός < αρχαία ελληνική καυστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καυτός | καυτή | καυτό |
| Γενική | καυτού | καυτής | καυτού |
| Αιτιατική | καυτό | καυτή | καυτό |
| Κλητική | καυτέ | καυτή | καυτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καυτοί | καυτές | καυτά |
| Γενική | καυτών | καυτών | καυτών |
| Αιτιατική | καυτούς | καυτές | καυτά |
| Κλητική | καυτοί | καυτές | καυτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →