καυχησιάρικος
•
- που έχει σχέση με καυχησιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυχησιάρικος < καυχησιάρ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καυχησιάρικος | καυχησιάρικη | καυχησιάρικο |
| Γενική | καυχησιάρικου | καυχησιάρικης | καυχησιάρικου |
| Αιτιατική | καυχησιάρικο | καυχησιάρικη | καυχησιάρικο |
| Κλητική | καυχησιάρικε | καυχησιάρικη | καυχησιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καυχησιάρικοι | καυχησιάρικες | καυχησιάρικα |
| Γενική | καυχησιάρικων | καυχησιάρικων | καυχησιάρικων |
| Αιτιατική | καυχησιάρικους | καυχησιάρικες | καυχησιάρικα |
| Κλητική | καυχησιάρικοι | καυχησιάρικες | καυχησιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →