Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καυχησιάρικος

/ka.fçiˈsça.ɾi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καυχησιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καυχησιάρικος < καυχησιάρ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαυχησιάρικοςκαυχησιάρικηκαυχησιάρικο
Γενικήκαυχησιάρικουκαυχησιάρικηςκαυχησιάρικου
Αιτιατικήκαυχησιάρικοκαυχησιάρικηκαυχησιάρικο
Κλητικήκαυχησιάρικεκαυχησιάρικηκαυχησιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαυχησιάρικοικαυχησιάρικεςκαυχησιάρικα
Γενικήκαυχησιάρικωνκαυχησιάρικωνκαυχησιάρικων
Αιτιατικήκαυχησιάρικουςκαυχησιάρικεςκαυχησιάρικα
Κλητικήκαυχησιάρικοικαυχησιάρικεςκαυχησιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →