καφάσι
•
- το ανοιχτό κιβώτιο για φρούτα και λαχανικά ή μπουκάλια Βικιλεξικό
- το δικτυωτό πλέγμα, κατασκευασμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, που τοποθετείται σε παράθυρα Βικιλεξικό
- παρωχημένοκεφάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφάσι < μεσαιωνική ελληνική καφάσι < τουρκική kafes < αραβική قفص (qáfaṣ, κλουβί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφάσι | καφάσια |
| Γενική | καφασιού | καφασιών |
| Αιτιατική | καφάσι | καφάσια |
| Κλητική | καφάσι | καφάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →