καφεΐνη
•
- αλκαλοειδές που βρίσκεται στον καφέ, στο τσάι, την κόλα και αλλού - και χρησιμοποιείται στην φαρμακοποιία για τις διεγερτικές του ιδιότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφεΐνη < (άμεσο δάνειο) γαλλική caféine < café (καφές) + -ine (-ίνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφεΐνη | καφεΐνες |
| Γενική | καφεΐνης | καφεϊνών |
| Αιτιατική | καφεΐνη | καφεΐνες |
| Κλητική | καφεΐνη | καφεΐνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →