καφεπώλης
•
- αυτός που πουλάει προϊόντα του καφέ σε καφεκοπτείο Βικιλεξικό
- επάγγελμααυτός που πουλάει και σερβίρει ρόφημα καφέ σε καφενείο, καφετέρια, ο καφετζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφεπώλης < καφέ(ς) + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφεπώλης | καφεπώλες |
| Γενική | καφεπώλη | καφεπωλών |
| Αιτιατική | καφεπώλη | καφεπώλες |
| Κλητική | καφεπώλη | καφεπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →