Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καφετέρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το κατάστημα όπου σερβίρεται καφές και άλλα ροφήματα, ποτά ή φαγώσιμα Βικιλεξικό
    • ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)

Ετυμολογία

καφετέρια < (άμεσο δάνειο) αγγλική cafeteria < αμερικανο-ισπανική cafetería < cafetera < γαλλική cafetière < café < οθωμανική τουρκική قهوه (kahve) < αραβική قهوة (qahwa: καφές)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαφετέριακαφετέριες
Γενικήκαφετέριαςκαφετεριών
Αιτιατικήκαφετέριακαφετέριες
Κλητικήκαφετέριακαφετέριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →