καφετί
•
- χρώμαανοιχτό καφέ Βικιλεξικό
- νόμισμαελληνικό χιλιάρικο (καθένα από τα παλιά χαρτονομίσματα] χιλίων δραχμών, λόγω του χρώματός του) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφετί < καφεδί με τροπή [ð] > [t] κατά το σταχτί < καφές, θέμα καφεδ- : για το χαρτονόμισμα: μεταφορική σημασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφετί | καφετιά |
| Γενική | καφετιού | καφετιών |
| Αιτιατική | καφετί | καφετιά |
| Κλητική | καφετί | καφετιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →