Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καφετί

/ka.feˈti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώμαανοιχτό καφέ Βικιλεξικό
  2. νόμισμαελληνικό χιλιάρικο (καθένα από τα παλιά χαρτονομίσματα] χιλίων δραχμών, λόγω του χρώματός του) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καφετί < καφεδί με τροπή [ð] > [t] κατά το σταχτί < καφές, θέμα καφεδ- : για το χαρτονόμισμα: μεταφορική σημασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαφετίκαφετιά
Γενικήκαφετιούκαφετιών
Αιτιατικήκαφετίκαφετιά
Κλητικήκαφετίκαφετιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καφετί

/ka.feˈti/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του καφετής για όλα τα γένη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καφετί < καφεδί με τροπή [ð] > [t] κατά το σταχτί < καφές, θέμα καφεδ- : για το χαρτονόμισμα: μεταφορική σημασία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →