Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καφετζής

/ka.feˈd͡zis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ιδιοκτήτης καφενείου Βικιλεξικό
    • Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)
  2. επάγγελμαο υπάλληλος καφενείου Βικιλεξικό
    • Μανόλη, πες, σε παρακαλώ, του καφετζή να φέρει δυο καφεδάκια περιποιημένα. (Αντώνης Σουρούνης (1983) Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου [διήγημα])

Ετυμολογία

καφετζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική kahveci (καφές + -τζής)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαφετζήςκαφετζήδες
Γενικήκαφετζήκαφετζήδων
Αιτιατικήκαφετζήκαφετζήδες
Κλητικήκαφετζήκαφετζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →