καφετιά
•
- απαρχαιωμένοτα χιλιάρικα, τα χαρτονομίσματα των 1000 δραχμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφετιά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου καφετής στον πληθυντικό (από το χρώμα του χαρτονομίσματος των 1000 δραχμών)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →