Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καφεϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καφέ ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καφεϊκός < καφές + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαφεϊκόςκαφεϊκήκαφεϊκό
Γενικήκαφεϊκούκαφεϊκήςκαφεϊκού
Αιτιατικήκαφεϊκόκαφεϊκήκαφεϊκό
Κλητικήκαφεϊκέκαφεϊκήκαφεϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαφεϊκοίκαφεϊκέςκαφεϊκά
Γενικήκαφεϊκώνκαφεϊκώνκαφεϊκών
Αιτιατικήκαφεϊκούςκαφεϊκέςκαφεϊκά
Κλητικήκαφεϊκοίκαφεϊκέςκαφεϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →