καφφενές
•
- άλλη γραφή του καφενές Βικιλεξικό
- Ὁ κύριος Πετσωματᾶς, ὁπλαρχηγὸς εἰρήνης, / 'στὸν τελευταῖον πόλεμoν χαλάσας τρεῖς καπόταις, / φαγὼν ὀλίγα χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, / πρὸ πάντων δὲ διακριθεὶς εἰς τὸ σουφρόνειν κόταις, / 'στοὺς καφφενέδες σκυθρωπὸς καὶ μόνος ἐπλανᾶτο, / καὶ 'στὰ τραπέζια κἄποτε ἡσύχως ἐκοιμᾶτο. (Γεώργιος Σουρής, Ο κύριος Πετσωματάς, 1886)
Ετυμολογία
καφφενές < (άμεσο δάνειο) τουρκική kahvehane + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφφενές | καφφενέδες |
| Γενική | καφφενέ | καφφενέδων |
| Αιτιατική | καφφενέ | καφφενέδες |
| Κλητική | καφφενέ | καφφενέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →