Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καψάλι

/kaˈpsa.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοέδαφος το οποίο εκκαθαρίστηκε μέσω πυρκαγιάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καψάλι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαψάλικαψάλια
Γενικήκαψαλιούκαψαλιών
Αιτιατικήκαψάλικαψάλια
Κλητικήκαψάλικαψάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Καψάλι

/kaˈpsa.li/σύνδεσμος, ουδέτερο
•
  1. οικισμός των Κυθήρων Βικιλεξικό
    • Μέχρι το πρώτο μισό του 16ου αιώνα στα Κύθηρα αναφέρονται τρία κάστρα, ο Άγιος Δημήτριος, το Καψάλι και ο Μυλοπόταμος. (Αναστασία Παπαδία-Λάλα, (επιμ. Κώστας Τσικνάκης) (2008), Ο Θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.), Αθήνα: Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, σελ. 261)

Ετυμολογία

Καψάλι < καψάλι

Άλλοι τύποι

ΚαψάλιΚαψάλιαΚαψαλιούΚαψαλιών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →