καψιμιτζής
•
- στρατιωτική αργκόοπλίτης ή υπαξιωματικός που είναι ο πωλητής στο κέντρο ψυχαγωγίας στρατιωτικής μονάδας, το καψιμί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καψιμιτζής < καψιμί + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καψιμιτζής | καψιμιτζήδες |
| Γενική | καψιμιτζή | καψιμιτζήδων |
| Αιτιατική | καψιμιτζή | καψιμιτζήδες |
| Κλητική | καψιμιτζή | καψιμιτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →