καψουροτράγουδο
•
- τραγούδι με στίχους που προκαλούν ερωτική επιθυμία ή πάθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καψουροτράγουδο < καψούρ(α) + -ο- + τραγούδ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καψουροτράγουδο | καψουροτράγουδα |
| Γενική | καψουροτράγουδου | καψουροτράγουδων |
| Αιτιατική | καψουροτράγουδο | καψουροτράγουδα |
| Κλητική | καψουροτράγουδο | καψουροτράγουδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →