καψόνι
•
- προφορικόη στρατιωτική τιμωρία ανεπίσημου χαρακτήρα που αποσκοπεί εκτός από τον σωφρονισμό και στη γελοιοποίηση ή ταλαιπωρία του τιμωρούμενου Βικιλεξικό
- προφορικόανάλογη τιμωρία σε μη στρατιωτικό Βικιλεξικό
- μεταφορικά, (κατ' επέκταση) και για δυσκολία που μας επιβλήθηκε ή απλά προέκυψε χωρίς να αποτελεί συνειδητή τιμωρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καψόνι < κάψ(α) + -όνι. Απίθανη μια ετυμολόγηση καψώνι < καψώνω + -ι < μεσαιωνική ελληνική καψώνω < ελληνιστική κοινή καυσόω / καυσῶ < καῦσος < αρχαία ελληνική καίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καψόνι | καψόνια |
| Γενική | καψονιού | καψονιών |
| Αιτιατική | καψόνι | καψόνια |
| Κλητική | καψόνι | καψόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →