καψώνω
•
- ζεσταίνομαι πολύ Βικιλεξικό
- μεταφορικάνιώθω έντονη ερωτική επιθυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καψώνω < ελληνιστική κοινή καυσόω + -ώνω < αρχαία ελληνική καῦσος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καψώνω | καψώνεις | καψώνει | καψώνουμε | καψώνετε | καψώνουν / καψώνουνε |
| Παρατατικός | κάψωνα | κάψωνες | κάψωνε | καψώναμε | καψώνατε | κάψωναν / καψώναν / καψώνανε |
| Αόριστος | κάψωσα | κάψωσες | κάψωσε | καψώσαμε | καψώσατε | κάψωσαν / καψώσαν / καψώσανε |
| Μέλλοντας | θα καψώνω / θα καψώσω | θα καψώνεις / θα καψώσεις | θα καψώνει / θα καψώσει | θα καψώνουμε / θα καψώσουμε | θα καψώνετε / θα καψώσετε | θα καψώνουν / θα καψώνουνε / θα καψώσουν / θα καψώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καψώσει | έχεις καψώσει | έχει καψώσει | έχουμε καψώσει | έχετε καψώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καψώσει | είχες καψώσει | είχε καψώσει | είχαμε καψώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καψώσει / να καψώνω / να καψώσω | να έχεις καψώσει / να καψώνεις / να καψώσεις | να έχει καψώσει / να καψώνει / να καψώσει | να έχουμε καψώσει / να καψώνουμε / να καψώσουμε | να έχετε καψώσει / να καψώνετε / να καψώσετε | να καψώνουν / να καψώνουνε / να καψώσουν / να καψώσουνε |
| Προστακτική | — | κάψωνε / κάψωσε | — | — | καψώνετε / καψώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →