καϊπώνω
•
- παρωχημένοκρύβω, καταχωνιάζω, εξαφανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καϊπώνω < τουρκική kayıp (χαμένος) + -ώνω < αραβική غائب (gayıb) < οθωμανική τουρκική غائب (ḡāib, κρυμμένος, αόρατος) < غاب < ρίζα غ ي ب (ḡ-y-b)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καϊπώνω | καϊπώνεις | καϊπώνει | καϊπώνουμε | καϊπώνετε | καϊπώνουν / καϊπώνουνε |
| Παρατατικός | καΐπωνα | καΐπωνες | καΐπωνε | καϊπώναμε | καϊπώνατε | καΐπωναν / καϊπώναν / καϊπώνανε |
| Αόριστος | καΐπωσα | καΐπωσες | καΐπωσε | καϊπώσαμε | καϊπώσατε | καΐπωσαν / καϊπώσαν / καϊπώσανε |
| Μέλλοντας | θα καϊπώνω / θα καϊπώσω | θα καϊπώνεις / θα καϊπώσεις | θα καϊπώνει / θα καϊπώσει | θα καϊπώνουμε / θα καϊπώσουμε | θα καϊπώνετε / θα καϊπώσετε | θα καϊπώνουν / θα καϊπώνουνε / θα καϊπώσουν / θα καϊπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καϊπώσει | έχεις καϊπώσει | έχει καϊπώσει | έχουμε καϊπώσει | έχετε καϊπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καϊπώσει | είχες καϊπώσει | είχε καϊπώσει | είχαμε καϊπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καϊπώσει / να καϊπώνω / να καϊπώσω | να έχεις καϊπώσει / να καϊπώνεις / να καϊπώσεις | να έχει καϊπώσει / να καϊπώνει / να καϊπώσει | να έχουμε καϊπώσει / να καϊπώνουμε / να καϊπώσουμε | να έχετε καϊπώσει / να καϊπώνετε / να καϊπώσετε | να καϊπώνουν / να καϊπώνουνε / να καϊπώσουν / να καϊπώσουνε |
| Προστακτική | — | καΐπωνε / καΐπωσε | — | — | καϊπώνετε / καϊπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →