Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καϊπώνω

ρήμα
•
  1. παρωχημένοκρύβω, καταχωνιάζω, εξαφανίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καϊπώνω < τουρκική kayıp (χαμένος) + -ώνω < αραβική غائب (gayıb) < οθωμανική τουρκική غائب (ḡāib, κρυμμένος, αόρατος) < غاب < ρίζα غ ي ب (ḡ-y-b)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαϊπώνωκαϊπώνειςκαϊπώνεικαϊπώνουμεκαϊπώνετεκαϊπώνουν / καϊπώνουνε
Παρατατικόςκαΐπωνακαΐπωνεςκαΐπωνεκαϊπώναμεκαϊπώνατεκαΐπωναν / καϊπώναν / καϊπώνανε
Αόριστοςκαΐπωσακαΐπωσεςκαΐπωσεκαϊπώσαμεκαϊπώσατεκαΐπωσαν / καϊπώσαν / καϊπώσανε
Μέλλονταςθα καϊπώνω / θα καϊπώσωθα καϊπώνεις / θα καϊπώσειςθα καϊπώνει / θα καϊπώσειθα καϊπώνουμε / θα καϊπώσουμεθα καϊπώνετε / θα καϊπώσετεθα καϊπώνουν / θα καϊπώνουνε / θα καϊπώσουν / θα καϊπώσουνε
Παρακείμενοςέχω καϊπώσειέχεις καϊπώσειέχει καϊπώσειέχουμε καϊπώσειέχετε καϊπώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καϊπώσειείχες καϊπώσειείχε καϊπώσειείχαμε καϊπώσει——
Υποτακτικήνα έχω καϊπώσει / να καϊπώνω / να καϊπώσωνα έχεις καϊπώσει / να καϊπώνεις / να καϊπώσειςνα έχει καϊπώσει / να καϊπώνει / να καϊπώσεινα έχουμε καϊπώσει / να καϊπώνουμε / να καϊπώσουμενα έχετε καϊπώσει / να καϊπώνετε / να καϊπώσετενα καϊπώνουν / να καϊπώνουνε / να καϊπώσουν / να καϊπώσουνε
Προστακτική—καΐπωνε / καΐπωσε——καϊπώνετε / καϊπώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →