καύκαλο
•
- το κεφάλι, το κρανίο Βικιλεξικό
- ... (ο ουρανός) μας τσιγάριζε το καύκαλο... (Συννεφιάζει, Μ. Λουντέμης)
- το όστρακο, το καβούκι της χελώνας Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο τμήμα που έχει σκληρύνει σε μια πληγή Βικιλεξικό
- λαϊκότροποη πόσθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καύκαλο < από το μεταγενέστερο καύκαλον < αρχαία ελληνική καῦκος (κύπελλο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καύκαλο | καύκαλα |
| Γενική | καύκαλου | καύκαλων |
| Αιτιατική | καύκαλο | καύκαλα |
| Κλητική | καύκαλο | καύκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →