Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καύκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαγαπητικός, εραστής Βικιλεξικό
    • Ἡ Ἀσημίνα, ἡ παλαιὰ νοικάρισσά της, τραγουδίστρα τὸ ἐπάγγελμα, ὅταν ἐξεκουμπίσθη κ᾽ ἔφυγε, τῆς ἐχρωστοῦσε τρία μηνιάτικα κ᾽ ἐννέα ἡμέρας. Καὶ τὰ μὲν ἔπιπλα, ὁποὺ ἔπρεπε κατὰ δίκαιον τρόπον νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν σπιτονοικοκυράν, τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν καῦκόν της, τὸν τελευταῖον ἀγαπητικόν της, ποὺ νὰ τσάκιζε τὸ πόδι της, νὰ μὴν εἶχε σώσει ποτέ… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)

Ετυμολογία

καύκος < μεσαιωνική ελληνική καῦκα < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του αρχαία ελληνική καῦκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαύκοςκαύκοι
Γενικήκαύκουκαύκων
Αιτιατικήκαύκοκαύκους
Κλητικήκαύκεκαύκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →