κβαντικό δυφίο
•
- νεολογισμόςβασική μονάδα κβαντικής πληροφορίας που παριστάνει 0 ή 1, αλλά μπορεί να μεταφέρεται από ένα σωματίδιο όντας ταυτόχρονα και στις δύο καταστάσεις ως τη στιγμή που θα μετρηθεί ή θα αναλυθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κβαντικό δυφίο < κβαντικός + δυφίο < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική quantum bit
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →