κείμενος
•
- που κείται, που βρίσκεται Βικιλεξικό
- στους περιμετρικά κείμενους λόφους υπάρχουν διάσπαρτα αρχαιολογικά ευρήματα
- νομικός όροςπου βρίσκεται σε ισχύ, που ισχύει Βικιλεξικό
- κείμενη νομοθετική διάταξη
Ετυμολογία
κείμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα κείμαι
Άλλοι τύποι
κείμενηκείμενοκείμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →