Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κείρομαι

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςκουρεύομαι Βικιλεξικό
  2. θρησκείαγίνομαι μοναχός Βικιλεξικό
    • Θα καρώ μοναχός των θαλερών πραγμάτων (Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί, ιαʹ)

Ετυμολογία

κείρομαι < αρχαία ελληνική κείρομαι, παθητική φωνή του ρήματος κείρω

Άλλοι τύποι

εκάρηνκαρώκεκαρμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →