κείτομαι
•
- είμαι ξαπλωμένος (συνήθως: άρρωστος ή νεκρός) Βικιλεξικό
- Ανέβαινε, κατέβαινε, βούλιαζε μέσα του η Κρήτη. Δεν ήταν νησί, ήταν ένα θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο καπετάν Μιχάλης, (Ελευτερία ή Θάνατος), [μυθιστόρημα], 1953)
- Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
κείτομαι < αρχαία ελληνική κεῖμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →