κεδρώνας
•
- δάσος με κέδρους Βικιλεξικό
- Aπ’ τα δασερά βουργάρικα ντερβένια, / μες από της Θράκης τις βαλανιδιές, / μες από του Ταύρου τους κεδρώνες / κι απ’ τα λιόφυτα ασημένια της Αθήνας, / κι από τις πολίτικες κιτριές·
Ετυμολογία
κεδρώνας < κέδρ(ος) + -ώνας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεδρώνας | κεδρώνες |
| Γενική | κεδρώνα | κεδρώνων |
| Αιτιατική | κεδρώνα | κεδρώνες |
| Κλητική | κεδρώνα | κεδρώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →