Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεδρώνας

/ceˈðɾo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δάσος με κέδρους Βικιλεξικό
    • Aπ’ τα δασερά βουργάρικα ντερβένια, / μες από της Θράκης τις βαλανιδιές, / μες από του Ταύρου τους κεδρώνες / κι απ’ τα λιόφυτα ασημένια της Αθήνας, / κι από τις πολίτικες κιτριές·

Ετυμολογία

κεδρώνας < κέδρ(ος) + -ώνας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεδρώναςκεδρώνες
Γενικήκεδρώνακεδρώνων
Αιτιατικήκεδρώνακεδρώνες
Κλητικήκεδρώνακεδρώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →