κειμενάκι
•
- υποκοριστικό του κείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κειμενάκι < κείμενο + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κειμενάκι | κειμενάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κειμενάκι | κειμενάκια |
| Κλητική | κειμενάκι | κειμενάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →