κειμενογράφος
•
- επάγγελμαάνθρωπος που ασχολείται με τη συγγραφή διαφημιστικών κειμένων ή λόγων πολιτικών Βικιλεξικό
- πληροφορικήtext editor: λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη συγγραφή και σύνταξη κειμένων Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) λογισμικό που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία αρχείων απλού κειμένου (plain text) τα οποία δεν περιέχουν ειδικούς χαρακτήρες μορφοποίησης όπως ο επεξεργαστής κειμένου
Ετυμολογία
κειμενογράφος < κείμεν(ο) + -ο- + -γράφος : για την πληροφορική < απόδοση για την αγγλική text editor ή την αγγλική word processor
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κειμενογράφος | κειμενογράφοι |
| Γενική | κειμενογράφου | κειμενογράφων |
| Αιτιατική | κειμενογράφο | κειμενογράφους |
| Κλητική | κειμενογράφε | κειμενογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →