Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεκαρμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσακουρεμένος Βικιλεξικό
  2. στρατιωτικός όροςνεοσύλλεκτος Βικιλεξικό
    • Το πιο γνωστό από τα έργα του Νίκου Κάσδαγλη είναι οι Κεκαρμένοι, το οποίο έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.

Ετυμολογία

κεκαρμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεκαρμένος

Άλλοι τύποι

κεκαρμένακεκαρμένεκεκαρμένεςκεκαρμένηκεκαρμένηςκεκαρμένοκεκαρμένοικεκαρμένοςκεκαρμένουκεκαρμένουςκεκαρμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →