κεκεδίζω
•
- οικείοτραυλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεκεδίζω < κεκέδες, του κεκές + -ίζω < τουρκική keke
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κεκεδίζω | κεκεδίζεις | κεκεδίζει | κεκεδίζουμε | κεκεδίζετε | κεκεδίζουν / κεκεδίζουνε |
| Παρατατικός | κεκέδιζα | κεκέδιζες | κεκέδιζε | κεκεδίζαμε | κεκεδίζατε | κεκέδιζαν / κεκεδίζαν / κεκεδίζανε |
| Αόριστος | κεκέδισα | κεκέδισες | κεκέδισε | κεκεδίσαμε | κεκεδίσατε | κεκέδισαν / κεκεδίσαν / κεκεδίσανε |
| Μέλλοντας | θα κεκεδίζω / θα κεκεδίσω | θα κεκεδίζεις / θα κεκεδίσεις | θα κεκεδίζει / θα κεκεδίσει | θα κεκεδίζουμε / θα κεκεδίσουμε | θα κεκεδίζετε / θα κεκεδίσετε | θα κεκεδίζουν / θα κεκεδίζουνε / θα κεκεδίσουν / θα κεκεδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κεκεδίσει | έχεις κεκεδίσει | έχει κεκεδίσει | έχουμε κεκεδίσει | έχετε κεκεδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κεκεδίσει | είχες κεκεδίσει | είχε κεκεδίσει | είχαμε κεκεδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κεκεδίσει / να κεκεδίζω / να κεκεδίσω | να έχεις κεκεδίσει / να κεκεδίζεις / να κεκεδίσεις | να έχει κεκεδίσει / να κεκεδίζει / να κεκεδίσει | να έχουμε κεκεδίσει / να κεκεδίζουμε / να κεκεδίσουμε | να έχετε κεκεδίσει / να κεκεδίζετε / να κεκεδίσετε | να κεκεδίζουν / να κεκεδίζουνε / να κεκεδίσουν / να κεκεδίσουνε |
| Προστακτική | — | κεκέδιζε / κεκέδισε | — | — | κεκεδίζετε / κεκεδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →