Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κελέκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόπεπόνι Βικιλεξικό
    • Φωτεινές / καθαρές / με τις σταγόνες τα μάτια μας / μέσα σ’ έναν ωκεανό αν δεν έσμιγε ίσως, / κάθε μόριο / σκορπούσε σε άλλο μέρος, / σμίγοντας τα ντιναμό και τις τουρμπίνες, / τ' ατσαλένια βουνά μας το νερό σαν ένα κούφιο κελέκι / δε θα μπορούσαμε να στριφογυρίσουμε. (* Ναζίμ Χικμέτ, Τα μάτια μας. Μετάφραση: Στέλιος Μαγιόπουλος, 1997])

Ετυμολογία

κελέκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kelek + -ι < περσική کالك (kālak), کالک (kalek) < کال (kāl, άγουρο φρούτο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκελέκικελέκια
Γενικήκελεκιούκελεκιών
Αιτιατικήκελέκικελέκια
Κλητικήκελέκικελέκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →