κελαηδώ
•
- κελαηδώ ή κελαηδάω Βικιλεξικό
- Ξημέρωσε ο Θεός την ήμερα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαηδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η κακή αδερφή)
- μεταφορικάκελαηδώ ή κελαηδάω Βικιλεξικό
- Το ωραίο σωματάκι της, / όταν μπαίνω σπίτι της, / κελαηδάει / σαν να ήτανε καμπαναριό (Γιώργος Σαραντάρης, Το ωραίο σωματάκι της)
- λαϊκότροποκελαηδάω Βικιλεξικό
- Ο πράκτορας που «κελάηδησε» (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
κελαηδώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κελαδῶ, συνηρημένος τύπος του κελαδέω (βγάζω δυνατό ήχο). Η σημασία «τραγουδάω», μεσαιωνική. : Ο Μπαμπινιώτης στο Λεξικό του προκρίνει τις γραφές με ιώτα -ι- και θεωρεί τις γραφές με -η- παρετυμολογική επίδραση από τη λέξη αηδόνι, αλλά στο Ετυμολογικό Λεξικό του το λήμμα είναι κελαηδώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κελαηδάω / κελαηδώ | κελαηδάς | κελαηδά / κελαηδάει | κελαηδάμε / κελαηδούμε | κελαηδάτε | κελαηδάν / κελαηδάνε / κελαηδούν / κελαηδούνε |
| Παρατατικός | κελαηδούσα | κελαηδούσες | κελαηδούσε | κελαηδούσαμε | κελαηδούσατε | κελαηδούσαν / κελαηδούσανε |
| Αόριστος | κελάηδησα | κελάηδησες | κελάηδησε | κελαηδήσαμε | κελαηδήσατε | κελάηδησαν / κελαηδήσαν / κελαηδήσανε |
| Μέλλοντας | θα κελαηδάω / θα κελαηδήσω / θα κελαηδώ | θα κελαηδάς / θα κελαηδήσεις | θα κελαηδά / θα κελαηδάει / θα κελαηδήσει | θα κελαηδάμε / θα κελαηδήσουμε / θα κελαηδούμε | θα κελαηδάτε / θα κελαηδήσετε | θα κελαηδάν / θα κελαηδάνε / θα κελαηδήσουν / θα κελαηδήσουνε / θα κελαηδούν / θα κελαηδούνε |
| Παρακείμενος | έχω κελαηδήσει | έχεις κελαηδήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κελαηδήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κελαηδήσει / να κελαηδάω / να κελαηδήσω / να κελαηδώ | να έχεις κελαηδήσει / να κελαηδάς / να κελαηδήσεις | να κελαηδά / να κελαηδάει / να κελαηδήσει | να κελαηδάμε / να κελαηδήσουμε / να κελαηδούμε | να κελαηδάτε / να κελαηδήσετε | να κελαηδάν / να κελαηδάνε / να κελαηδήσουν / να κελαηδήσουνε / να κελαηδούν / να κελαηδούνε |
| Προστακτική | — | κελάηδα, κελάηδαγε / κελάηδα, κελάηδησε | — | — | κελαηδάτε / κελαηδήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →