κελεμπία
•
- ενδυμασίαείδος φαρδιού και μακριού αραβικού (άσπρου ή γαλάζιου) ρούχου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε ρούχο μοιάζει με κελεμπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κελεμπία < (άμεσο δάνειο) αραβική جلباب (ǧilbạb)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κελεμπία | κελεμπίες |
| Γενική | κελεμπίας | κελεμπιών |
| Αιτιατική | κελεμπία | κελεμπίες |
| Κλητική | κελεμπία | κελεμπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →